Ο 5ος άθλος του Ηρακλή | Ο Λέων της Νεμέας

 λεονO Mύθος

Ο Mεγάλος Προεστός καθόταν μέσα στο Δώμα του Συμβουλίου του Κυρίου και συζητούσε το Σχέδιο του Θεού για όλους τους υιούς των ανθρώπων που είναι Υιοί του Θεού.Ο Δάσκαλος στεκόταν στα δεξιά Του κι άκουγε με προσοχή τα λόγια του.Ο Ηρακλής αναπαυόταν από τους άθλους του. Και ο Μεγάλος Προεστός στην Αίθουσα Συμβουλίου του Κυρίου παρατηρούσε τον κουρασμένο πολεμιστή ν’ αναπαύεται και παρακολουθούσε τις σκέψεις του. Έπειτα, είπε στο Δάσκαλο που στεκόταν κοντά του μέσα στο Δώμα του Συμβουλίου του Κυρίου:
“Ήρθε η ώρα για ένα φοβερό άθλο. Ο άνθρωπος αυτός που είναι υιός του ανθρώπου αλλά και Υιός του Θεού πρέπει να προετοιμαστεί. Ας εξετάσει τα όπλα που έχει, ας γυαλίσει την ασπίδα του και ας βουτήξει τα βέλη του σε θανατηφόρο δηλητήριο γιατί είναι φρικτός και φοβερός ο άθλος που τον περιμένει!  Ας προετοιμαστεί ”. Ο Ηρακλής όμως, που αναπαυόταν από τους άθλους του, δεν γνώριζε τη δοκιμασία που τον περίμενε ένιωθε το θάρρος του μεγάλο. Αφού αναπαύθηκε επί αρκετό χρόνο, πέρασε την τέταρτη Πύλη, όπου κυνήγησε αποτελεσματικά την ιερή ελαφίνα προς το Ναό του Κυρίου. Έφτασε ο καιρός που η δειλή ελαφίνα γνώρισε καλά τον κυνηγό που την κυνήγησε και υποτάχθηκε με καλοσύνη στις προσταγές του.
Έτσι, με την πάροδο του χρόνου, ο Ηρακλής έβαλε την ελαφίνα πάνω στην καρδιά του και έψαξε να βρει το Ναό του Κυρίου. Έτσι ξεκουράστηκε. Ο Ηρακλής στάθηκε μπροστά στην Πέμπτη Πύλη, οπλισμένος μέχρι τα νύχια με όλα τα πολεμικά δώρα και καθώς στεκόταν, οι Θεοί που τον παρακολουθούσαν σημείωσαν το σταθερό του βήμα, το άγρυπνο μάτι του και το έτοιμο χέρι του. Αλλά βαθιά μέσα στην καρδιά του αναρωτιόταν. “Τι κάνω εδώ;” είπε. “Ποια είναι η δοκιμασία και προς τα πού πρέπει να πάω για να περάσω την Πύλη;” Μονολογώντας έτσι, και περιμένοντας άκουσε μια φωνή. “Τι κάνω εδώ, Δάσκαλε της ζωής μου, φορτωμένος, όπως βλέπεις, με όλη την πολεμική πανοπλία; Τι κάνω εδώ;” “Μια κλήση αντήχησε, Ηρακλή, μια κλήση γεμάτη απόγνωση. Τα εξωτερικά σου αυτιά δεν την άκουσαν, τα εσωτερικά σου όμως γνωρίζουν καλά τον λόγο για τον οποίο ακούστηκε η φωνή. Ναι, πολλές φωνές ακούστηκαν, που σου μίλησαν για την ανάγκη και σε παρότρυναν να τολμήσεις. Ο λαός της Νεμέας ζητά τη βοήθειά σου, βρίσκεται σε βαθιά απόγνωση. Η φήμη της ανδρείας σου απλώθηκε. Ο λαός λέγει ότι εσύ πρέπει να σκοτώσεις το λιοντάρι που ερημώνει τη χώρα τους, παίρνοντας το φόρο του σε ανθρώπους.”, “Είναι αυτός ο άγριος ήχος που ακούω;” ρώτησε ο Ηρακλής. “Είναι το μούγκρισμα του λιονταριού που ακούω στο βραδινό αεράκι;”
Ο Δάσκαλος είπε: “Πήγαινε να ψάξεις το λιοντάρι που αφανίζει τη χώρα και βρίσκεται στην άλλη πλευρά της Πέμπτης Πύλης. Ο λαός της έρημης αυτής χώρας ζει σιωπηλά πίσω από κλειδωμένες πόρτες δεν τολμά να βγει για τις δουλειές του ούτε καλλιεργήσει ή σπείρει τη γη. Από Βορρά σε Νότο, από Ανατολή σε Δύση το λιοντάρι τριγυρνά και αρπάζει όλους όσους συναντά στο πέρασμά του. Το τρομακτικό του μούγκρισμα ακούγεται μέσα στη νύχτα και όλοι τρέμουν πίσω από τις κλειδωμένες πόρτες. Τι θα κάνεις, Ηρακλή; Τι θα κάνεις;” Ο Ηρακλής, ακούγοντας προσεκτικά, ανταποκρίθηκε στην ανάγκη. Στην πλησιέστερη πλευρά της μεγάλης Πύλης, που φρουρούσε αυστηρά τη χώρα της Νεμέας, ο Ηρακλής πέταξε την πολεμική πανοπλία, κρατώντας για χρήση του το ρόπαλο, που είχε κόψει με τα χέρια του από ένα νεαρό ζωντανό δέντρο. “Τι κάνεις τώρα, υιέ του ανθρώπου, που μοιάζεις σαν Υιός του Θεού; Πού είναι τα άρματά σου και η ισχυρή σου άμυνα;”
Ο Ηρακλής απάντησε, “Είναι όμορφη αυτή η πανοπλία, αλλά βαραίνει εμένα, δυσκολεύει τις κινήσεις μου και εμποδίζει το ξεκίνημά μου στο Δρόμο. Δεν έχω ανάγκη από τίποτε, εκτός από το γερό μου ρόπαλο και με το ρόπαλο αυτό και με τη γενναία μου καρδιά θα πάρω τον Δρόμο μου για να ψάξω για το λιοντάρι. Στείλε μήνυμα στο λαό της Νεμέας ότι προχωρώ στον Δρόμο και ζήτησέ τους να διώξουν το φόβο τους.”
Ο Ηρακλής πέρασε από τόπο σε τόπο αναζητώντας το λιοντάρι. Βρήκε το λαό της Νεμέας να κρύβεται πίσω από τις κλειδωμένες πόρτες, εκτός από λίγους που μέσα στην ανάγκη ή στην απελπισία φαίνονταν τολμηροί. Περπατούσαν στον πλατύ δρόμο στο φως της μέρας, αλλά γεμάτοι φόβο. Στην αρχή χαιρέτισαν τον Ηρακλή με χαρά, ύστερα με ερωτηματικά, γιατί είδαν πώς ταξίδευε, χωρίς όπλα, με λίγη γνώση των συμπεριφορών του λιονταριού, έχοντας μόνο ένα εύθραυστο ξύλινο ρόπαλο. “Ηρακλή, πού είναι τα όπλα σου; δεν φοβάσαι; γιατί κυνηγάς το λιοντάρι χωρίς προφύλαξη; Πήγαινε να βρεις τα όπλα σου και την ασπίδα σου.Το λιοντάρι είναι άγριο και δυνατό και έχει κατασπαράξει πάρα πολλούς.Γιατί βαδίζεις στην τύχη; Πήγαινε να πάρεις τα όπλα και τη ισχυρή πανοπλία σου.”
Αμίλητος και χωρίς ν’ απαντά ο υιός του ανθρώπου που είναι και Υιός του Θεού προχώρησε στο Δρόμο, ψάχνοντας τα πατήματα του λιονταριού και ακολουθώντας τη φωνή του. “Είναι εδώ το λιοντάρι;” ρώτησε ο Ηρακλής.“Το λιοντάρι είναι εδώ”, ήρθε η απάντηση. “Όχι, εκεί”, πρόσθεσε μια φοβισμένη φωνή.“Όχι, έτσι”, απάντησε μια τρίτη. “Αυτή τη βδομάδα άκουσα το βρυχηθμό του στο άγριο βουνό.” “Και εγώ επίσης μέσα σ’ αυτή την κοιλάδα που βρισκόμαστε.” Και κάποιος άλλος είπε: “Στο μονοπάτι που βάδιζα, είδα τα αχνάρια του, έτσι είναι Ηρακλή, άκουσε τη φωνή μου και ακολούθησέ το μέχρι τη φωλιά του”.
Έτσι, ο Ηρακλής συνέχισε το δρόμο του φοβισμένος και όμως άφοβος, μόνος αλλά και όχι μόνος, γιατί στο μονοπάτι που ακολούθησε, βρίσκονταν και άλλοι και τον ακολουθούσαν με ελπίδα αλλά και τρόμο. Επί πολλές μέρες και νύχτες έψαχνε το Δρόμο και αφουγκραζόταν το μούγκρισμα του λιονταριού, ενώ ο λαός της Νεμέας έμενε ζαρωμένος πίσω από τις κλειστές πόρτες. Ξαφνικά το λιοντάρι φάνηκε. Στεκόταν στην άκρη μιας λόχμης από μικρά δέντρα. Βλέποντας εχθρό, το λιοντάρι σύρθηκε κοντά, αλλά ο Ηρακλής φαινόταν εντελώς ατρόμητος. Όταν όμως το λιοντάρι βρυχήθηκε και με το βρυχηθμό του σείστηκαν τα δέντρα, οι Νεμεάτες έφυγαν. Ο Ηρακλής στάθηκε ήρεμος άρπαξε το τόξο του και τη φαρέτρα με τα βέλη και με σταθερό χέρι και με επιδέξιο μάτι φύτεψε ένα βέλος στη ράχη του λιονταριού. Το σημάδεψε στην ευθεία. Ξέφυγε από το σημείο της ευθείας, το βέλος έπεσε στο χώμα και δεν διαπέρασε την ράχη του λιονταριού. Πολλά βέλη δέχτηκε το λιοντάρι, μέχρις ότου δεν απέμεινε στον Ηρακλή παρά μόνο ένα μέσα στην φαρέτρα του.
Τότε όρμησε πάνω του το λιοντάρι ανέπαφο, αλάβωτο,με άγρια λύσσα. Ο υιός του ανθρώπου που είναι και Υιός του Θεού, πετώντας το τόξο του στο χώμα, ώρμησε με άγριες κραυγές πάνω στο λιοντάρι που στεκόταν στο Δρόμο, φράζοντας το μονοπάτι του, κατάπληκτος και ο ίδιος με την ανδρεία του, άγνωστη, σ’ αυτόν μέχρι τώρα. Ο Ηρακλής προχώρησε. Ξαφνικά το λιοντάρι στράφηκε και ώρμησε πάνω στον Ηρακλή, μέσα στους πυκνούς θάμνους, στις βραχώδεις πλευρές του άγριου δρόμου του βουνού. Έτσι προχωρούσαν και οι δυο τους. Ξαφνικά, καθώς προχωρούσαν στο Δρόμο, το λιοντάρι εξαφανίστηκε και ούτε το ξαναείδαν ούτε το ξανάκουσαν.
Ο Ηρακλής σταμάτησε τον Δρόμο του και στάθηκε σιωπηλός. Έψαξε παντού κρατώντας το πιστό του ρόπαλο, το όπλο που μόνος του είχε φτιάξει το δώρο που είχε χαρίσει στον εαυτό του σε πολύ μακρινές μέρες. Έψαξε με κάθε τρόπο. Πέρασε από παντού, πηγαίνοντας από σημείο σε σημείο, πάνω στο στενό δρόμο που ανέβαινε τη βουνοπλαγιά. Ξαφνικά, έφτασε σε μια σπηλιά μέσα από την οποία ακούστηκε ένα άγριο μουγκρητό, μια υπόκοφη άγρια φωνή που φαινόταν να τον διατάζει ή να σταματήσει ή να χάσει τη ζωή του. Ο Ηρακλής έμεινε ατάραχος, φωνάζοντας στους ανθρώπους της περιοχής: “Το λιοντάρι είναι εδώ. Περιμένετε να δείτε τι θα κάνω”. Και ο Ηρακλής που είναι υιός του ανθρώπου και Υιός του Θεού μπήκε στη σπηλιά, πέρασε μέσα από το σκοτεινό της διάδρομο στο φως της μέρας, αλλά δεν βρήκε το λιοντάρι, βρήκε μόνο ένα άλλο άνοιγμα της σπηλιάς που οδηγούσε στο φως της μέρας. Και καθώς στεκόταν, άκουσε το λιοντάρι από πίσω του, όχι μπροστά του.
“Τι πρέπει να κάνω;” αναρωτήθηκε ο Ηρακλής, “η σπηλιά αυτή έχει δύο ανοίγματα και μπαίνω από εκείνο που βγαίνει το λιοντάρι και το λιοντάρι μπαίνει από εκείνο που εγώ πέρασα. Τι πρέπει να κάνω; Όπλα δεν έχω. Πώς σκοτώνει κάποιος αυτό το λιοντάρι; Πώς σώζει τους ανθρώπους από τα δόντια του; Τι πρέπει να κάνω;” Καθώς σκεφτόταν τι να κάνει και άκουγε το μούγκρισμα του λιονταριού, είδε κάμποσους ξύλινους πασσάλους και ξύλα και κλαδιά που άφθονα βρίσκονταν μπροστά του. Τραβώντας τα προς το μέρος του, σέρνοντάς τα με όλη του τη δύναμη, έβαλε τους πασσάλους, τα ξύλα και τα δεμάτια από τα μικρά κλαδιά μέσα στο άνοιγμα, τα συσσώρευσε εκεί και φράζοντας το δρόμο προς το φως της μέρας μέσα και έξω, κλείστηκε μαζί με το άγριο λιοντάρι μέσα στη σπηλιά. Έπειτα, στράφηκε προς το λιοντάρι και αιφνιδιαστικά το αντιμετώπισε. Άρπαξε το λιοντάρι με τα δυο του χέρια, σφίγγοντάς το για να το πνίξει. Ένιωθε την αναπνοή και το φύσημά του πάνω στο πρόσωπό του. Κρατούσε ακόμη το λαιμό του και στηριζόταν επάνω του.
Όλο και εξασθενούσαν τα μουγκρητά του μίσους και του φόβου. Ο εχθρός του ανθρώπινου γένους γινόταν όλο και πιο αδύναμος. Το λιοντάρι έχανε τις δυνάμεις του όλο και περισσότερο, αλλά ο Ηρακλής το κρατούσε επάνω του. Και έτσι σκότωσε το λιοντάρι ο Ηρακλής με τα δυο του χέρια, χωρίς τα όπλα του και με τη δική του τη μεγάλη δύναμη. Σκότωσε το λιοντάρι και το έγδαρε, δείχνοντας το δέρμα του στον κόσμο, έξω από την είσοδο της σπηλιάς. “Το λιοντάρι πέθανε”, φώναζαν, “το λιοντάρι πέθανε, τώρα μπορούμε πια να ζούμε και να καλλιεργούμε τα χωράφια μας και να σπείρουμε ό, τι μας χρειάζεται και να πορευόμαστε όλοι μαζί ειρηνικά. Το λιοντάρι πέθανε και είναι μεγάλος ο λυτρωτής μας, ο υιός του ανθρώπου που είναι Υιός του Θεού και ονομάζεται Ηρακλής”.
Έτσι ο Ηρακλής επέστρεψε θριαμβευτικά σ’ Εκείνον που τον έστειλε για να δοκιμάσει τη δύναμή του, να υπηρετήσει και να αντιμετωπίσει τις ανάγκες εκείνων που βρίσκονταν σε φριχτή στενοχώρια. Άφησε το δέρμα του λιονταριού μπροστά στα πόδια εκείνου που ήταν ο Δάσκαλος της ζωής του και πήρε με την αξία του την άδεια να φορά το δέρμα, στη θέση εκείνου που μέχρι τώρα φορούσε και χρησιμοποιούσε.
“Το έργο πραγματοποιήθηκε. Ο Λαός τώρα είναι ελεύθερος. Δεν υπάρχει φόβος. Το λιοντάρι πέθανε. Με τα ίδια μου τα χέρια το στραγγάλισα και το σκότωσα.” Ο Δάσκαλος είπε: “Ακόμη μια φορά Ηρακλή σκότωσες ένα λιοντάρι. Ακόμη μια φορά το στραγγάλισες. Το λιοντάρι και τα φίδια πρέπει να σκοτώνονται ξανά και ξανά. Όλα έγιναν καλά, υιέ μου, αναπαύσου ήσυχος, μαζί μ’ εκείνους που λύτρωσες από το φόβο. Ο πέμπτος άθλος τελείωσε. Πηγαίνω να το αναγγείλω στο Μεγάλο Προεστό που κάθεται περιμένοντας στην Αίθουσα Συμβουλίου του Κυρίου. Αναπαύσου και ησύχασε.” Και από την Αίθουσα του Συμβουλίου ακούστηκε μια φωνή: “ΓΝΩΡΙΖΩ”.

 

 

Aπό το βιβλίο «ΑΘΛΟΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ», Εκδόσεις Κέδρος, διδάσκαλος Θιβετανός, διαμεσότητα Αλίκη Μπέυλη